Υπάρχουν κάποιες στάνταρ φράσεις που έχουμε ακούσει όλοι μεγαλώνοντας, και μία από αυτές είναι ότι «η οικογένεια είναι το παν».
Στην ουσία είναι ένας κανόνας που ορίζει ασυνείδητα την ματιά και την στάση σου απέναντι στον κόσμο. Καθετί που κάνεις – από τον σύντροφο που επιλέγεις, τη δουλειά στην οποία επενδύεις, το μέρος που αποφασίζεις να μείνεις, και άλλες καθοριστικές επιλογές στη ζωή σου, ακολουθείται από τη σκιά του συγκεκριμένου κανόνα. Η οικογένεια είναι το παν.
Είναι σαν ένα κειμήλιο που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά και πρέπει να δεχτείς χωρίς ερωτήσεις. Μέχρι που μπήκε η ψυχοθεραπεία στη ζωή μας. Και τα self help βιβλία. Και τα σόσιαλ μίντια. Και γενικά η νοοτροπία ότι ο καθένας αποτελεί μια ξεχωριστή μονάδα, που δεν είναι υποχρεωμένη να υπομένει ή να παραβλέπει το τραύμα που της έχει προκαλέσει το «σπίτι» επειδή τους συνδέει το αίμα.
Η νέα γενιά λέει όχι στο generational trauma και επιλέγει το καλό της 🩹
Από συζητήσεις σε group chats, μέχρι την καρέκλα του ψυχολόγου, θα παρατηρήσεις ότι επικρατεί ένα συγκεκριμένο trend, αυτό του no contact. Όχι μόνο σε παθολογικές καταστάσεις, αλλά ακόμα και σε πιο light περιπτώσεις. Οτιδήποτε θεωρείται ότι βαραίνει ψυχικά και κρατά πίσω έναν άνθρωπο στη ζωή του, πλέον υπάρχει η παρότρυνση να κόβεται. Κάποιοι το χαρακτηρίζουν ως ενθάρρυνση της εγωιστικής στάσης, άλλοι ως self love.
Η μεγάλη διαφορά με παλαιότερες εποχές βρίσκεται στο γεγονός ότι πλέον έχουμε τους όρους που περιγράφουν προβληματικές συμπεριφορές. Κακοποιητικοί γονείς δεν θεωρούνται μόνο όσοι βλάπτουν σωματικά τα παιδιά τους. Αυτό που μια μητέρα παλιότερα ονόμαζε χαριτολογώντας «υπερβολική αγάπη», πλέον είναι γνωστό ως παραβίαση ορίων και συναισθηματική χειραγώγιση. Αυτό που κάποτε η γιαγιά έλεγε «δύσκολο χαρακτήρα», σήμερα ονομάζεται βίαιη συμπεριφορά.
Παρ’ όλο που αυτά υπήρχαν ανέκαθεν, όταν αποκτούν όνομα αλλάζει τελείως ο τρόπος με το οποίο τα αντιμετωπίζεις. Είναι σαν να αποκτούν υπόσταση, με αποτέλεσμα να ξέρεις ξεκάθαρα τι πολεμάς και πώς. Και κάπως έτσι, ο γονιός κατεβαίνει από το βάθρο και παύει να είναι αυτή η άθικτη, ιερή φιγούρα που της επιτρέπονται όλα. Γίνεται ένας άνθρωπος που πρέπει να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του.
Συχνά αποτυγχάνει και τότε το παιδί πρέπει να πάρει την απόφαση: να το δεχτεί με ό,τι επιπτώσεις μπορεί να έχει πάνω του ή να ξεκόψει;
Το χάσμα γενεών είναι ρίαλ 🗣️🙉
Ένας ακόμη λόγος που παίζει ως αιτία για no contact από πολλούς, είναι οι διαφορές απόψεων. Δε μιλάμε απλά για ηλικιακό χάσμα, αλλά χάσμα ηθικής.
Οι Gen Zers έχει αποδειχθεί ότι συνάπτουν και διαλύουν σχέσεις με κοινωνικο-πολιτικά κριτήρια. Φιλικές, ερωτικές, ακόμα και οικογενειακές. Είναι μια βαθιά πολιτικοποιημένη γενιά, ευαισθητοποιημένη σε θέματα συμπερίληψης, ψυχικής υγείας και ταυτότητας.
Είναι δύσκολο λοιπόν να διατηρήσεις σχέσεις –ακόμα και με τους γονείς σου– όταν οι απόψεις τους προσβάλλουν την ίδια σου την ύπαρξη ή των φίλων σου.
Όλοι έχουμε υπάρξει μάρτυρες μιας τέρμα cancelable δήλωσης των γονιών μας, την οποία μπορείς να δικαιολογήσεις και να αξιολογήσεις ως «μη βλαβερή» μέχρι ενός σημείου. Κάποιες φορές όμως, η τοξικότητα που κουβαλούν οι μεγαλύτεροι υπερβαίνει την υπομονή και ανεκτικότητα των νέων, με αποτέλεσμα να υπάρχουν φαινόμενα no contact ακριβώς για αυτό το λόγο. Κάτι που παλαιότερα μπορεί να φάνταζε εξωφρενικό. «Οικογένεια πάνω απ’ όλα» θυμίζω.
Η συνεχής τριβή δεν καλυτερεύει και πολύ την κατάσταση 💣⏲️
Κάποιες φορές, ο λόγος που μπορεί να ραγίσει το γυαλί στη σχέση μεταξύ γονέων – ενήλικων παιδιών μπορεί να μην είναι τόσο προφανής. Δεν είναι πάντα θέμα «βαριού τραύματος» ή «τοξικότητας» με την αυστηρή ψυχολογική έννοια του όρου.
Πολλές φορές, το πρόβλημα είναι απλά… χωροταξικό και οικονομικό.
In this economy, είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο πια. Είναι όμως κάτι για το οποίο στην Ελλάδα ειδικά, έχουμε μεγάλη πείρα για να μιλήσουμε.
Όταν φτάνεις 25, 26, 29, 32 χρονών και αδυνατείς να νοικιάσεις το δικό σου σπίτι και να κουμαντάρεις 100% τη ζωή σου, αλλά αναγκάζεσαι να ζεις υπό τους κανόνες και τη φροντίδα των γονιών σου, είναι φυσικό κι επόμενο η σχέση να αρχίσει να φθείρεται. Όχι απαραίτητα από κάποιο δραματικό γεγονός, αλλά από την ύπουλη, καθημερινή φθορά της αναγκαστικής συμβίωσης.
Αυτή η αναγκαστική παράταση της «παιδικής ηλικίας» κάτω από την ίδια στέγη δημιουργεί μια ασφυκτική πίεση. Η αγάπη μπορεί να υπάρχει, αλλά πνίγεται κάτω από την έλλειψη ορίων και προσωπικού χώρου. Εκ των πραγμάτων, εκείνη τη στιγμή μπορεί να μην έχεις την επιλογή να ξεκόψεις πρακτικά, αλλά το συναισθηματικό ρήγμα βαθαίνει μέρα με τη μέρα, κάνοντας την απομάκρυνση αναπόφευκτη μόλις βρεθεί η ευκαιρία.
Η αγάπη και ο σεβασμός είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης.
Η ιδέα ότι «πρέπει» να ανέχεσαι τα πάντα μόνο και μόνο επειδή μοιράζεστε το ίδιο DNA, έχει πεθάνει. Το να κόβεις επαφές σίγουρα δεν είναι εύκολη λύση. Είναι μια επώδυνη πράξη αυτοφροντίδας. Είναι η στιγμή που το παιδί μέσα σου σταματάει να ζητάει απεγνωσμένα την αποδοχή και αρχίζει να αποδέχεται τον εαυτό του. Και αν αυτό σημαίνει Χριστούγεννα με φίλους ή ακόμα και μόν@, αντί με οικογένεια, είναι μια θυσία που πολλοί πια είναι διατεθειμένοι να κάνουν για το συνολικό καλό τους.








