fbpx

Οι μισοί φοιτητές δεν παίρνουν πτυχίο – Στο υψηλότερο επίπεδο η ανεργία των αποφοίτων!


Όπως γνωρίζουμε, η Ελλάδα είναι από τις χώρες που διαθέτει μεγάλο αριθμό φοιτητών, με τα ποσοστά αποφοίτησης και επαγγελματικής αποκατάστασης όμως να μην ακολουθούν την ίδια πορεία. Όπως έδειξε έκθεση της ΕΘΑΑΕ, μόλις οι μισοί παίρνουν πτυχίο, και συγκεκριμένα από τους 80.000 φοιτητές που εισάγονται ετησίως, αποφοιτούν περίπου οι 44.000!

Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα παραμένει η χώρα με τη μεγαλύτερη αναλογία φοιτητών ανά διδάσκοντα απέχοντας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά 28 μονάδες. Η αναλογία αποβαίνει δυσμενής λόγω του σχετικά υπεράριθμου φοιτητικού πληθυσμού, ο οποίος περιλαμβάνει τους μη ενεργούς φοιτητές, ενώ παρουσιάζει δυσμενή αναλογία διδακτικού προσωπικού ανδρών/γυναικών.

Το ίδιο αποθαρρυντικά ωστόσο είναι και τα νούμερα που αφορούν την επαγγελματική αποκατάσταση, σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση για την Ποιότητα της Ανώτατης Εκπαίδευσης για το 2020 που υπέβαλλε ο πρόεδρος της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) Περικλής Α. Μήτκας στη Βουλή και την υπουργό Παιδείας.

Πιο αναλυτικά, η Ελλάδα, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης χαρακτηρίζεται από τη μεγαλύτερη απώλεια στην απασχόληση των νέων αποφοίτων από 81% το 2009 σε 73% το 2019.

Μάλιστα, η ανεργία των νέων πτυχιούχων παρουσιάζει αυξητικές τάσεις, με την ανεργία των πτυχιούχων συνολικά να εξακολουθεί να βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των χωρών της ΕΕ28, παρόλο που εμφανίζει τη μεγαλύτερη μείωση μεταξύ των ετών 2016-2020.

Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις των χωρών του ΟΟΣΑ τόσο στην απασχόληση των πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 25-64 (76%) όσο και των νέων αποφοίτων ηλικίας 25-34 (73%) (επίπεδα 5-8) απέχοντας 12 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.

Ωστόσο, η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών αυξάνει τις πιθανότητες απασχόλησης κατά 7%, σε σύγκριση με τις πιθανότητες των κατόχων πρώτου πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ η κατοχή διδακτορικού τίτλου κατά 13%. 

Στις χαμηλότερες θέσεις η Ελλάδα όσον αφορά τις αποδοχές των πτυχιούχων και την πρόσληψη γυναικών!

Αρνητικά ξεχωρίζουμε και σε ό,τι αφορά τους μισθούς των αποφοίτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς η χώρα μας βρίσκεται σε σχετικά χαμηλή θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ απέχοντας 16 ποσοστιαίες μονάδες από το μέσο όρο, αλλά και τη θέση γυναικών πτυχιούχων στην αγορά εργασίας, αφού το ποσοστό των ανδρών επί των ανέργων πτυχιούχων ΑΕΙ είναι κατά 20 σχεδόν ποσοστιαίες μονάδες μικρότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των γυναικών. Ενώ όταν βρίσκουν εργασία, η αμοιβή τους ανέρχεται μόλις στο 78% των αποδοχών των ανδρών.

Αξίζει να σημειωθεί επίσης, ότι το ποσοστό των ανδρών έναντι των γυναικών στον πρώτο κύκλο σπουδών παραμένει επίσης υψηλό σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες, ενώ το ίδιο ισχύει και στις μεταπτυχιακές σπουδές. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι οι άντρες απόφοιτοι είναι αντίστοιχα περισσότεροι. Αντιθέτως, οι γυναίκες κάτοχοι πτυχίου είναι περισσότερες, με το ποσοστό του το 2020 να φτάνει το 59,46% (180.400 γυναίκες επί του συνόλου 303.400 ανέργων πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης), έναντι του 40,54% των ανδρών. Ακόμα κι έτσι όμως, βρίσκονται σε πιο δυσμενή θέση στην αγορά εργασίας. 

Το ποσοστό κατόχων πτυχίου ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα έχει διαχρονική αύξηση

Παρότι το 1/2 των φοιτητών δε φτάνει στην απόκτησή του, τα στοιχεία του ΟΟΣΑ και της Eurostat δείχνουν ότι το επίπεδο ανώτατης εκπαίδευσης του πληθυσμού τόσο στη χώρα μας όσο και γενικότερα σε παγκόσμιο επίπεδο, εμφανίζει διαχρονικά ανοδική τάση, στις ηλικίες 25-34 όσο αλλά και 25-64. Στο σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ, τα άτομα ηλικίας 25-34 διαθέτουν κατά μέσο όρο υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης απ’ ό,τι τα μεγαλύτερης ηλικίας άτομα.

Στην Ελλάδα, το ποσοστό των κατόχων πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις ηλικίες 25-34 βρίσκεται κοντά στο μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ: 42% έναντι 45% στον ΟΟΣΑ. Αντίθετα, στις ηλικίες 25-64 το ποσοστό των κατόχων πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπολείπεται σημαντικά: 32% έναντι 40% στον ΟΟΣΑ.

Ολιγάριθμο το εκπαιδευτικό προσωπικό

Το διδακτικό προσωπικό στην Ελλάδα παραμένει το πλέον ολιγάριθμο σε σχέση με τον φοιτητικό πληθυσμό και παρουσιάζει τη δυσμενέστερη αναλογία μεταξύ γυναικών και ανδρών, μεταξύ των χωρών της Ευρώπης και του ΟΟΣΑ.

Επιπλέον, η Ελλάδα παρουσιάζει τη δυσμενέστερη αναλογία ανδρών/γυναικών στο διδακτικό προσωπικό, με πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των ανδρών στο διδακτικό προσωπικό (64,3%) έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Το ποσοστό διδασκόντων με ηλικία κάτω των 35 ετών (3,30%) είναι ιδιαίτερα χαμηλό (το χαμηλότερο στην Ευρώπη), εξ αιτίας της σημαντικής υστέρησης στις προσλήψεις νέων μελών ΔΕΠ στα χρόνια της οικονομικής κρίσης.

Διδάκτορες νέοι ερευνητές μεταναστεύουν

Οι διδάκτορες νέοι ερευνητές στην Ελλάδα μεταναστεύουν προς αναζήτηση σταθερής απασχόλησης στο αντικείμενό τους, ενώ σημειώνουν το έλλειμμα καινοτομίας και αντίστοιχων θέσεων στις ελληνικές επιχειρήσεις, συμμετέχοντας σε έρευνες που έχουν γίνει.

Ένας στους τέσσερις αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα

Σε ποσοστό περίπου ένας στους τέσσερις, οι μεταδιδάκτορες δήλωσαν ότι αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, προκειμένου να μπορέσουν να συμμετάσχουν σε συγκεκριμένη δράση, χρηματοδοτούμενη από το ΕΛΙΔΕΚ, που στηρίζει την απασχόλησή τους, εκπαιδευτικά και ερευνητικά, στα πανεπιστήμια. Αξίζει να αναφερθεί ότι η εν λόγω δράση απέτρεψε την αναζήτηση απασχόλησης στο εξωτερικό για έναν στους τρεις, αλλά περίπου λίγο περισσότεροι από τον έναν στους τρεις δήλωσαν πως συνεχίζουν να σκέφτονται αυτό το ενδεχόμενο. Οι τρεις πιο σημαντικοί λόγοι είναι η αναζήτηση συγκεκριμένου είδους απασχόλησης με ερευνητικό ακαδημαϊκό αντικείμενοη υφιστάμενη κατάσταση στη χώρα και οι προοπτικές επαγγελματικής σταδιοδρομίας.

Σταδιακή αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης

Η δημόσια χρηματοδότηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης στην Ελλάδα, ενώ κατέγραφε τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ, σύμφωνα με στοιχεία της EUA για το 2018, με ταυτόχρονη αύξηση του φοιτητικού πληθυσμού, κατά το έτος 2020 σημείωσε μικρή αύξηση, ιδίως στη μισθοδοσία προσωπικού, με την ετήσια επιχορήγηση των λειτουργικών δαπανών από το Υπουργείο Παιδείας να παραμένει στα ίδια επίπεδα με προηγούμενα έτη.

Η έρευνα στα ελληνικά ΑΕΙ σημειώνει σχετικά καλές επιδόσεις, οι οποίες ενισχύονται από την ενεργή συμμετοχή των ΑΕΙ στα ευρωπαϊκά ανταγωνιστικά προγράμματα.

Η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται σε σχετικά υψηλή θέση (18η) ως προς το πλήθος των επιστημονικών δημοσιεύσεων μεταξύ 52 ευρωπαϊκών χωρών και στη 17η θέση ως προς την αναλογία αναφορών ανά δημοσίευση. Ωστόσο, σχετικά χαμηλή (σε σύνολο 28 χωρών) είναι η επίδοση της χώρας (26η) ως προς την αναλογία πλήθους δημοσιεύσεων ανά ερευνητή.

Η ερευνητική χρηματοδότηση εξακολουθεί να βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, αλλά οι δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη στην Ανώτατη Εκπαίδευση σημείωσαν αύξηση από το προηγούμενο έτος, ενώ το σύνολο του ερευνητικού δυναμικού της ανώτατης εκπαίδευσης αυξήθηκε από το προηγούμενο έτος παραμένοντας, ωστόσο, σε χαμηλότερο επίπεδο από αυτό του 2015. Η συμμετοχή των ελληνικών ΑΕΙ στα ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα είναι αρκετά υψηλή και υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά 1,4%.

Οι διδάκτορες-νέοι ερευνητές στην Ελλάδα μεταναστεύουν προς αναζήτηση σταθερής απασχόλησης στο αντικείμενό τους, ενώ σημειώνουν το έλλειμα καινοτομίας και αντίστοιχων θέσεων στις ελληνικές επιχειρήσεις.

Τέλος, όπως σημειώνει ο κ. Μήτκας:

Το 2020, έτος και πρώτης λειτουργίας της Αρχής, υπήρξε αναμφισβήτητα ιδιαίτερη χρονιά για τον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, καθώς, λόγω της αιφνίδιας εμφάνισης και ραγδαίας εξάπλωσης του covid-19, τα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης σε όλον τον κόσμο και στη χώρα μας ανέστειλαν στις αρχές της άνοιξης του 2020- προσωρινά τη λειτουργία τους, επηρεάζοντας πάνω από 220 εκατομμύρια φοιτητές, πλήθος ερευνητών, διδακτικό και διοικητικό προσωπικό.

Έτσι, τα Πανεπιστήμια αναγκάστηκαν να λειτουργήσουν σε ένα πρωτόγνωρο περιβάλλον εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, προσαρμόζοντας την ακαδημαϊκή, κυρίως, λειτουργία τους σε ένα πλαίσιο σύγχρονης και ασύγχρονης τηλεκπαίδευσης και συνδυασμού εναλλακτικών μεθόδων αξιολόγησης και πληροφόρησης με ψηφιακά εργαλεία και χρήση ΤΠΕ. Το φαινόμενο και οι επιπτώσεις της πανδημίας βρίσκεται, δυστυχώς, σε εξέλιξη και μένει να ερευνηθεί σε βάθος, ωστόσο τα πρώτα συμπεράσματα από μελέτες στην Ελλάδα και το εξωτερικό δείχνουν ότι τα ιδρύματα βρίσκονται αντιμέτωπα με πλήθος προκλήσεων σε βραχυπρόθεσμο και μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα αναφοράς.

#ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ

#BEST OF INTERNET

#BEST OF INTERNET