fbpx

13 ότιναναι λέξεις που δεν είχαμε ιδέα ότι υπήρχαν και θα τις χρησιμοποιούμε καθημερινά από εδώ και πέρα!


Όλοι μας μπορούμε να παραδεχτούμε ότι η ελληνική γλώσσα είναι πάρα πολύ πλούσια. Βέβαια στο σχολείο μας μάθαιναν πολύ κοινότυπες και βαρετές λέξεις, που κατά κοινή ομολογία δεν μας φάνηκαν κι ιδιαίτερα χρήσιμες στην καθημερινότητά μας. Ωστόσο χάρη στη βοήθεια του slang.gr, καταφέραμε να μάθουμε την ύπαρξη αρκετών καινούριων λέξεων, οι οποίες είναι πραγματικά γαμάτες. Ποιος Μπαμπινιώτης και μαλακίες;;

#1 Τσερνομπιλιάρα

Ορισμός: Όρος που χαρακτηρίζει συνήθως γκόμενα κακοφτιαγμένης σωματικής διάπλασης όπου παραπέμπει αστραπιαία σε έκθεση/απορρόφηση τεραστίων ποσοτήτων ραδιενέργειας κατά το ατύχημα του Τσερνομπίλ το σωτήριον έτος 1986.

Εντούτοις μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συνώνυμο της φλόμπας, σώρας, φακλάνας, πεταμένης κτλ. Δεν έχει παρατηρηθεί προς το παρόν αν υποσυνείδητα μαγνητίζεται από την ραδιενέργεια αυτός ο ξεχωριστός πληθυσμός γυναικών, έστω και εικονικά υπό τη μορφή ταινιών (Godzilla, Hulk κτλ)

Παράδειγμα:

– Γιώργο κοίτα το καινούριο μου δαχτυλίδι στο πόδι! Δεν είναι τρομερό;!

– Μωρή Τσερνομπιλιάρα, πώς στραβώνει έτσι το δάχτυλο σου, τώρα το είδα!


#2 Γκόμενα Ανεμιστηράκι

Ορισμός: Πρόκειται για χαρακτηρισμό γκόμενας, η οποία είναι μικροκαμωμένη και κοντή κι επίσης μπορεί να χρησιμεύσει ως ψύκτρα κατά την πεολειχία, ιδιαίτερα θεμιτό κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Παράδειγμα:

– Καλά ρε πώς την κάρφωσες αυτή; Δεν έσπασε;

-Α μην το λες! Είναι γκόμενα ανεμιστηράκι! Καθώς μου έπαιρνε πίπα, την στριφογύριζα κι από τα πολλά rpm, μου δρόσιζε και τα αρχίδια!


#3 Πρικιδώνι

Ορισμός: Το αιδοίο.

Παράδειγμα:

Ο Μήτσος είπε στον άλλον «της μάνας σου το πρικιδώνι». Φαγώθηκε ο άλλος να μάθει τι σημαίνει πρικιδώνι. Σιγά μην το έμαθε!


#4 Πετρατζής

Ορισμός: Μια λέξη για να περιγράψεις έναν χασικλή.

Παράδειγμα:

– Ρε μαλάκα, ο Μπάμπης καπνίζει 10 pureάκια την ημέρα να πούμε! Για βασιλιάς των πετρατζήδων το πάει…

– Άσε ρε, ο Μάριος πιο κατάλληλος υποψήφιος είναι γι’ αυτήν τη θέση…


#5 Αυγολέμονος

Ορισμός: Μαλθακός και λοιπά συνώνυμα: άβγαλτος, αΐδρωτος, βουτυρομπεμπές, βουτυρόπαιδο, κολεγιόπαιδο, λάκης, λαπάς, μαμάκιας, μαμόθρεφτο, μπουκμαμάς, παπαδάκι, πούδρας, σουβλίτσα, σοφτ, τρυφερό πόδι, φλούφλης, φλώρος, χαλβάς.

Παράδειγμα:

Είναι για αρχόντους ο ιππόδρομος ομορφιές.. .Τι να μας πει και ο κύριος αυγολέμονος;!


#6 Πουράτζα

Ορισμός: Γυναίκα ανάμεσα στα 45-60, με απλά λόγια ένα σιτεμένο μετα-μιλφ προς το προ-γκιλφ. Ο χαρακτηρισμός προϊδεάζει για παρουσιάσιμη, σεξουαλική κι ώριμη γυναίκα, είτε και όχι.

Παράδειγμα:

– Τι έγινε Νικολάκη με την πουράτζα που σε γυρνόφερνε;

-Καλά μωρέ, πέφτει κανάς φιρφιρίκος που και που

-Καβάτζα ή πουράτζα δηλαδή;


#7 Πρωτομπούτια

Ορισμός: Τα πρώτα μπούτια της άνοιξης καθώς εμφανίζονται στους δρόμους.

Παράδειγμα:

Ήρθε η άνοιξη! Δε βλέπεις που σκάσανε τα πρωτομπούτια παντού;


#8 Ηδονοποστίας

Ορισμός: Αυτός που παρακολουθεί από κοντά τα ποστ σου στο fb, αλλά δεν κάνει ποτέ like.

Παράδειγμα:

Κάποιος που μπαίνει στο προφίλ σου κάθε μια ώρα να δει αν πόσταρες τίποτα ή να δει φωτογραφίες σου από παλιά, χωρίς να αφήνει στίγμα μέσα από likes ή σχόλια.


#9 Παρακαλάηκ

Ορισμός: Παρακαλετό – λαηκ.

Παράδειγμα:

Όταν κάνουμε ταγκ πολλά άτομα σε φωτογραφία που είμαστε μόνο εμείς για να ψαρέψουμε likes.


#10 Αερογαμιάς

Ορισμός: Ο οπαδός που προτάσσει το κωλοδάχτυλο επιδεικτικά σε αυτούς της αντίπαλης ομάδας.

Παράδειγμα:

-Κοίτα τα φλώρια, μαγκιές που κάνουνε.

-Καλά, γνωστοί αερογαμιάδες οι βαζέλες από μακριά, από κοντά όμως, πάντα τις κότες…


#11 Ξυσιαμόλ

Ορισμός: Η κατάσταση όπου στη δουλειά σου δεν έχεις να κάνεις τίποτα κι όλη μέρα τα ξύνεις και ματώνουν. Μόνιμη εικόνα σε εφορίες, ασφαλιστικά ταμεία και την πλειοψηφία των δημοσίων οργανισμών. Ο Διογένης αποτελεί το τοτέμ αυτής της κατάστασης. Έχει κολλήσει η πέτσα του στην καρέκλα.

Παράδειγμα:

– Συνάδελφε Αποστόλη, πώς πάει σήμερα η δουλειά;

– Εδώ μωρέ… ξυσιαμόλ.


#12 Καρμιροσάκουλος

Όρισμος: Ο τσιφούτης, τσιγκούναρος, ξηνταβελόνης, σπάγγος, φραγκοφονιάς, ψειροσκοτώνης, της οικονομίας, ο ξεραίνων το παξιμάδι, όλα αυτά.

Παράδειγμα:

Μαζεύει ο καρμιροσάκουλος, και δώστου…τι θα τα κάνεις καημένε; Ωρε, έχουν τα σάβανα τσέπες;


#13 Τσαχνιποκωλαράκιας

Ορισμός: Ο ανεύθυνος γυριστρούλης, ο κωλοτούμπας.

Παράδειγμα:

Ο άλλος τσαχπινοκωλαράκιας είναι! Πότε από εδώ χώνεται, πότε από εκεί χώνεται…


Άμα υπάρχει φαντασία, η λεξηπλασία δεν σταματάει πουθενά!

 

#ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ

#BEST OF INTERNET

#BEST OF INTERNET