fbpx

«Κάποτε στο… Χόλιγουντ» ή με άλλα λόγια ένα ακόμα αριστούργημα του Κουέντιν Ταραντίνο!


Το καλοκαίρι σιγά-σιγά αποχωρεί. Καιρός ήταν. Ό,τι μπάνιο και μαύρισμα προλάβατε να κάνετε, κάνατε. Για όσους και φέτος δεν αδειάραμε και στηρίξαμε για ακόμα μία σεζόν τη μίζερη και αγαπημένη Αθήνα μας, είμαστε χαρούμενοι και γεμάτοι, γιατί μαζί φεύγει και το πιο κακό διάστημα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Είναι ευρέως γνωστό, ότι εμείς οι ποιοτικοί σινεφίλ πιεζόμαστε πολύ στο θερινό τρίμηνο, διότι οι πραγματικά καλές ταινίες δεν παίζονται ποτέ ντάλα καλοκαίρι.

Αυτή τη χρονιά όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αφού φάγαμε στη μάπα ταινίες με υπερβολική δόση τεστοστερόνης, ήρθε ο Κουέντιν Ταραντίνο και μας έκανε ένα δωράκι τελευταίας στιγμής, με το «Once Upon a Time… in Hollywood».

Η αλήθεια είναι πως πήγα με μια τεράστια προσμονή στο σινεμά, για να παρακολουθήσω την προτελευταία ταινία (έτσι φημολογείται τουλάχιστον) του διάσημου σκηνοθέτη. Η αγωνία για το τι θα δω οφειλόταν στο γεγονός πως γνώριζα από πριν ότι το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» είναι μια τελείως διαφορετική δουλειά σε σχέση με αυτές που μας έχει συνηθίσει ο φίλος μας ο Κουέντιν.

Η υπόθεση σε πρώτη όψη φαίνεται απλή. Στο Λος Άντζελες του 1969, ένας διάσημος τηλεοπτικός αστέρας και ο κινηματογραφικός του «παρτενέρ», με τα χρόνια να περνούν, δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα του σινεμά, αδυνατώντας μάλιστα να αναγνωρίσουν την ίδια τη βιομηχανία στην οποία δουλεύουν.

Ο Ταραντίνο σ’ αυτήν την ταινία θέλει να μας πει μια ιστορία.

Βασικά όχι ιστορία, ας πούμε καλύτερα πως θέλει να μας πει ένα παραμύθι. Είναι έκδηλο σε όλη την ταινία πως είναι τεράστιος θαυμαστής της εποχής των 60’s. Ένα ακόμα πρότζεκτ του, στο οποίο μας λέει την ιστορία που έχει στο κεφάλι του, μη χάνοντας τον θεατή ούτε ένα λεπτό. Χωρίς την απεικόνιση βίας στην οποία είναι πραγματικά ο καλύτερος στο είδος, με μία σχετικά αδύναμη πλοκή, χωρίς μάλιστα και τη συνεχόμενη σύγκρουση χαρακτήρων, καταφέρνει να παρουσιάσει ένα αποτέλεσμα, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, εξαιρετικό.

Είναι τόσο δυνατή και όμορφα διατυπωμένη η εποχή των λουλουδιών και των χίπηδων, που σε βάζει στο κλίμα άμεσα.

Για το cast ό,τι και να πούμε είναι λίγο. Λεονάρντο Ντι Κάπριο και Μπραντ Πιτ παραδίδουν μαθήματα υποκριτικής για ακόμα μια φορά. Αυτή τη φορά όμως δε με εξέπληξε τόσο ο Λίο, ο οποίος θα έπρεπε να έχει πάρει το αγαλματάκι του Όσκαρ μετά τον Τζάνγκο. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν έγινε, καθώς η Ακαδημία θεωρεί ότι δεν μπορείς να είσαι ωραίος άντρας και ταυτόχρονα να παίζεις καλά ένα ρόλο. Όχι όχι, κάπου εδώ θα σταματήσω, για να μην κάνω αυτό το κείμενο για την τόσο ωραία ταινία του Κουέντιν, ακόμα μία προσπάθεια να κράξω στεγνά το Χόλιγουντ.

Στο συγκεκριμένο φιλμ, λάτρεψα ό,τι έχει να κάνει με τον τρομερό Μπραντ Πιτ, καθώς το παίξιμό του ήταν φανταστικό.

Μας παρουσιάζει τον τέλειο ακόλουθο και παιδί για όλες τις δουλειές, που μέχρι στιγμής, οκ, έχω ξαναδεί. Οι αντιδράσεις του ακόμα και στις πιο καπριτσιόζες απαιτήσεις του συνεργάτη του όμως, είναι πραγματικά φοβερές. Σ’ αυτές τις αντιδράσεις, στον τρόπο ομιλίας, στο στήσιμο και τέλος στις ενδυματολογικές επιλογές, πραγματικά μπορείς να δεις όλη τη δεκαετία του ’60 αποτυπωμένη στον ρόλο που ενσαρκώνει ο Μπραντ Πιτ. Μεγάλη συμβολή έχει και η επιτυχημένη αντίθεση χαρακτήρων των δύο βασικών ηρώων, έχοντας από τη μία τον παρηκμασμένο, ανασφαλή και συνεχώς αγχωμένο Ντι Κάπριο να τον ακολουθεί κατά πόδας κι από την άλλη, τον Μπραντ Πιτ σε ρόλους εξομολογητή, μάστορα, εμψυχωτή και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Με λίγα λόγια, to the point αντίθεση με τον ήρωα και τον αντι-ήρωα.

Γείτονας του ηθοποιού που αναπαριστά ο Ντι Κάπριο, είναι το σύμβολο των 60’s, Σάρον Τέιτ. Η Μάργκο Ρόμπι παίρνει σπίτι της τον ρόλο, παίζοντας μια καλή Σάρον Τέιτ. Γεμάτη μπρίο και θαυμασμό κερδίζει τον κόσμο, ακόμα κι αν αυτός δεν την αναγνωρίζει στον δρόμο ή στις ίδιες τις ταινίες που παίζει. Όσο για εκείνους που ενοχλήθηκαν, ή θα ενοχληθούν με το μικρό ρόλο της Μαργκό στην ταινία, ο Ταραντίνο έχει δώσει την απάντησή του.

Γνωρίζοντας το τραγικό τέλος της Σάρον, σκοπός του ήταν να μεταφέρει όχι μια ανερχόμενη ντίβα του σινεμά στην οθόνη, αλλά μια νεαρή κοπέλα, που πήγαινε σε πάρτι, αγόραζε βιβλία, έκανε σχέδια για την καριέρα της κι ετοίμαζε να φτιάξει τη δική της οικογένεια, λίγο πριν της τα στερήσει όλα αυτά η «οικογένεια Μάνσον».

Σ’ αυτό το σημείο, να πούμε πως η ταινία εκτυλίσσεται την περίοδο στην οποία το Χόλιγουντ και το παγκόσμιο σινεμά, δέχτηκαν ένα μεγάλο χτύπημα. Ο φόνος της Σάρον Τέιτ από τους ακόλουθους του διαβόητου δολοφόνου Τσαρλς Μάνσον, στιγμάτισε με άσχημο τρόπο την δεκαετία του ’60 και την τερμάτισε βίαια στις 9 Αυγούστου 1969. Θα ήταν καλό να ‘χετε μία γνώση επί του θέματος, ώστε να μπείτε με μεγαλύτερη ευκολία στο πνεύμα όχι μόνο της ταινίας, αλλά και ολόκληρης της εποχής. Ο Κουέντιν Ταραντίνο θέλει να μας παρουσιάσει μια διαφορετική εκδοχή του συγκεκριμένου περιστατικού, λέγοντας μας με το δικό του μοναδικό τρόπο μια ιστορία φτιαγμένη σαν παραμύθι. Γι’ αυτό το λόγο έβαλε και στον τίτλο της ταινίας  την λέξη «Κάποτε».

Χωρίς να λατρεύω σε υπερβολικό βαθμό τη δεκαετία του 1960, η ταινία για μένα είναι ένα αριστούργημα και αποτελεί μία από τις καλύτερες που έχω παρακολουθήσει στον κινηματογράφο. Η αποτύπωση στο φιλμ όλης αυτής της εποχής είναι άκρως στοχευμένη και επιτυχημένη. Από τα γοητευτικά κιτρινισμένα πλάνα του ήλιου του Λος Άντζελες, τις συνεχόμενες απεικονίσεις ποδιών οι οποίες προφανώς έχουν και άμεση αναφορά στο «Kill Bill», την τρομερή χρήση του μαύρου χιούμορ σε όλη τη διάρκεια, την παρουσίαση της Αμερικής κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ, μέχρι τις μουσικές επιλογές του σκηνοθέτη, που δένουν τέλεια την κάθε σκηνή με το εκάστοτε τραγούδι.

Παρ’ όλο που γνώριζα και πριν τη δω πάρα πολλά πράγματα για τη δολοφονία της Σάρον Τέιτ, είχα την ευκαιρία να δω και πράγματα που δεν ήξερα. Λεπτομέρειες για τη χρυσή εποχή του Χόλιγουντ και την ιστορία του κινηματογράφου γενικά. Μόνο ο Ταραντίνο καταφέρνει να φτιάξει ένα μείγμα με όλα αυτά, χωρίς κάποια ιδιαίτερη πλοκή και παράλληλα να σε κάνει να φεύγεις γεμάτος με όμορφα συναισθήματα από την αίθουσα.

Ελπίζω να εξέφρασα αυτούς που την είδαν και να έπεισα τους υπόλοιπους να δώσουν μια ευκαιρία στο «Κάποτε στο Χόλιγουντ». Μην τη χάσετε. Θα σας αποζημιώσει στο έπακρο.

– You are a good friend, Cliff.
– I try!

#ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ

#BEST OF INTERNET

#BEST OF INTERNET