fbpx

Με το «The Gentlemen», ο Γκάι Ρίτσι απέδειξε ξανά γιατί είναι μύστης σκηνοθέτης!


Γενικά δε φανατίζομαι πολύ στη ζωή μου σε ό,τι έχει να κάνει με ταινίες, σειρές, ηθοποιούς και σκηνοθέτες. Βέβαια, όλοι έχουμε τις συμπάθειες και τις αντιπάθειες μας, χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι. Προσωπικά τουλάχιστον, δεν πρόκειται ποτέ να σνομπάρω μία δουλειά κάποιου, επειδή τυχαίνει να μη βρίσκεται στη λίστα με τους αγαπημένους μου. Ποτέ δεν ξέρεις πώς μπορεί να σε εκπλήξει ο άλλος και δε θα το μάθεις αν δεν του δώσεις μία ευκαιρία. 

Ωστόσο ναι, υπάρχουν σκηνοθέτες, τις ταινίες των οποίων αναμένω καρτερικά, για να αράξω με μία σακουλάρα ποπ κορν στο σινεμά και να περάσω σίγουρα καλά. Ένας από αυτούς, ή για την ακρίβεια ο πρώτος που μου έρχεται στο μυαλό, είναι ο Γκάι Ρίτσι. Μπορώ να πω πως διαχρονικά οι ταινίες του έχουν γεμίσει με ωραίες στιγμές τα βράδια μου, καταφέρνοντας έτσι να κερδίσει την εμπιστοσύνη μου σε κάθε νέα του δουλειά.

Όπως πολύ καλά φαντάζεστε, η χαρά μου όταν είδα το «The Gentlemen» ήταν μεγάλη. Γιατί εκτός από τον λαμπρό και φημισμένο σκηνοθέτη, στην ταινία βρίσκουμε σε πρωταγωνιστικούς ρόλους τους Μάθιου Μακόναχι, Τσάρλι Χάναμ, Κόλιν Φάρελ και Χιού Γκραντ. Μετά την προβολή λοιπόν, και αφού την επεξεργάστηκα λιγάκι, αποφάσισα να πω δύο λογάκια γι’ αυτήν, προτού μπείτε κι εσείς στην αίθουσα να την παρακολουθήσετε.

Η υπόθεση έχει ως εξής: Ένας Αμερικανός βαρόνος ναρκωτικών ονόματι Μίκι Πίρσον, αποφασίζει πως είναι η κατάλληλη ώρα να βγει από το παιχνίδι, πουλώντας την τεράστια αυτοκρατορία που έχει χτίσει στο Λονδίνο. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει σε μία σειρά από σκοτεινές συνομωσίες, σχέδια και απόπειρες αρπαγής της περιουσίας του, από όλους εκείνους που επιβουλεύονταν τη θέση του.

Το «The Gentlemen» αποτελεί την πολυαναμένομη επιστροφή του γνωστού Βρετανού σκηνοθέτη, στο είδος που τον καθιέρωσε και τον λατρέψαμε.

Τώρα Γκάι Ρίτσι, θα μιλήσω ανοιχτά προς εσένα.

Εντάξει ρε φίλε, μας αρέσαν κάτι προτζεκτάκια που έκανες τύπου Sherlock Holmes, The Man From U.N.C.L.E και King Arthur, αλλά εμείς με άλλες ταινίες σε λατρέψαμε. Με εκείνες τις υπόγειες συνωμοσίες που συνέβαιναν στα ανήλιαγα σοκάκια του Λονδίνου, με κάτι απίθανους κακοντυμένους και κακομούτσουνους τύπους του υπόκοσμου να προσπαθούν να βρούν άκρη μεταξύ τους. Φυσικά όλα αυτά μέσω διαλόγων με τόνους βιτριολικού χιούμορ και 5 (ολογράφως, πέντε) φορτηγά ξύλο από τον Τζέισον Στέιθαμ. Οπότε ρε μάγκα, πολύ καλά έκανες και επέστρεψες στο pattern που αγαπήσαμε και ας μιλήσουμε μπεσαλίδικα, είναι το φόρτε σου. Μπράβο σου λοιπόν.

Παρόλο που ο σκηνοθέτης μένει κοντά στo κόνσεπτ που τον έχουμε συνηθίσει στο συγκεκριμένο είδος, στην προσπάθεια του αυτή φαίνεται να επιδιώκει να μπει για τα καλά στη σύγχρονη εποχή. Μην ξεχνάμε πως πλέον είμαστε στο 2020. Αυτή τη φορά, μένει μακριά από τα σκηνοθετικά του τερτίπια, όπως τη συνεχόμενη αργή κίνηση σε πολλά πλάνα και το απότομο κόψιμο στο μοντάζ.

Πλέον καταλαβαίνει και ο ίδιος πως στις ταινίες του δεν παίζει ο Τζέισον Στέιθαμ και πως τα ονόματα που έχει επιλέξει να την στελεχώσουν, θέλουν το δικό τους χώρο για να δείξουν τι μπορούν να κάνουν. Όλα αυτά εννοείται μέσα σε ένα πλαίσιο βρετανικής υποκουλτούρας, γεμάτο με black humor, βωμολοχίες, έξυπνες ατάκες, δράση και ροκ. Πολύ ροκ αδερφάκι μου. ΝΑΙ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ, ΚΑΥΛΩΝΩ. 

Στην αρχή της ταινίας, θα είσαι σε μια φάση που δεν καταλαβαίνεις ακριβώς πού το πάει ο σκηνοθέτης.

Η πλοκή χτίζεται σιγά-σιγά, μεθοδικά και οι διάλογοι είναι to the point. Όλοι είναι σημαντικοί για την εξέλιξη της ιστορίας, οπότε καλό θα ήταν να έχεις την προσοχή σου εκεί. Τα πλάνα και το μοντάζ σε βοηθάνε να μη χαθείς στην πολύπλοκη ιστορία που ξεδιπλώνεται μπροστά σου, ενώ μόλις βγάλεις άκρη μέσα σου για το πού πάει η υπόθεση, αρχίζεις ξαφνικά να αγωνιάς και για το πού θα καταλήξει.

Σκηνογραφικά τώρα, δεν έχω να πω τίποτα για τον μετρ του είδους, με όλες τις λήψεις να σε βάζουν πραγματικά στο κλίμα, νιώθοντας ο ίδιος μέρος της μουντίλας του Λονδίνου και των σκηνικών που εκτυλίσσονται εκεί.

Ο λόγος που λατρεύω τις ταινίες του Γκάι Ρίτσι είναι γιατί δεν έχουν να κάνουν με τις κλασικές περιπέτειες που περιμένεις να κερδίσει πάντα ο καλός. Οι πρωταγωνιστές του είναι γεμάτοι με αμφισβητούμενα κίνητρα, ενώ στην ουσία δε βλέπουμε μπροστά μας ήρωες, αλλά αντιήρωες. Ακόμα κι αυτοί που μας αρέσουν και τους γουστάρουμε, είναι φουλ στις κακές επιλογές και το επιβαρυμένο παρελθόν. 

Αν ξέρεις να γράφεις όμως ένα καλό σενάριο, αυτά δεν έχουν σημασία και το αποτέλεσμα θα είναι καλό. 

Αυτό που λατρεύω εγώ στον Ρίτσι είναι πως γυρίζει μια ταινία όπως ακριβώς θα τη γύριζε κι ο μέσος θεατής. Θέλει κάποιο ταλέντο να το καταφέρεις και γι’ αυτό θεωρώ πως ο σκηνοθέτης μας είναι ο μέσος μύστης.

Όσον αφορά τους ίδιους τους Gentlemen, ο Μάθιου Μακόναχι μπορεί να παίξει όλους τους ρόλους. Μας το έδειξε, το αποδεχτήκαμε και πλέον τον απολαμβάνουμε από τις ταινίες που είναι αστροναύτης μέχρι και εκείνες που είναι γκάνγκστερ.

Θα σταθώ λίγο παραπάνω σε Χιού Γκραντ και Τσάρλι Χάναμ λοιπόν. Καλέ μου Χιου, ποτέ δεν είναι αργά να αποτινάξεις από πάνω σου το «Love Actually» και να αρχίσεις να παίρνεις στα σοβαρά τέτοιους ρόλους. Ίσα – ίσα, νομίζω ότι και εσύ ο ίδιος το απόλαυσες πολύ.

Ο Τσάρλι Χάναμ από την άλλη, κόντρα στους ρόλους που τον έχουμε συνηθίσει και μαζί με  τους καλούς διαλόγους που έχει σε όλη την ταινία με τον Γκραντ, έβγαλε πολύ χιούμορ με τις καταπλητικές εκφράσεις που παίρνει στο πρόσωπο. Τέλος, ο Κόλιν Φάρελ ήταν πολύ suitable σε αυτό που κλήθηκε να κάνει και έδωσε μια ευχάριστη νότα με την παρουσία του.

Αυτά τα λίγα για σήμερα, για να μη λέτε ότι σας κάνω και spoils. Περιμένω και τις δικές σας απόψεις.

Σε περίπτωση που θέλετε να το συζητήσουμε διεξοδικά, πάρτε τηλέφωνο.

#ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ

#BEST OF INTERNET

#BEST OF INTERNET